Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΔΗΜΟMΠΑΤΣΟΣ: Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΕΝΩΝΙΑΣ


Πολλά βδελυρά πλάσματα έχουν πατήσει το χώμα αυτού του βρόμικου πλανήτη από τη δημιουργία του και έπειτα: ρουφιάνοι, δωσίλογοι, τοκογλύφοι, φιλόδοξοι χρηματιστές, ξεπουλημένοι πολιτικοί, παιδεραστές λα λα λα λα λα λα και τα ρέστα. Ενα, όμως, έχει πιάσει κορυφή. Ανάμεσα στα σκατά αυτής της χώρας και αυτής της κρίσης που ζούμε υπάρχει ένα που δεν είναι σαν τα αλλά. Βρομάει περισσότερο, είναι πιο αποκρουστικό, το σιχαίνεται κι ο διάολος ο ίδιος πιο πολύ κι απ’ τα δικά του τα κουράδια και γαμώ την πουτάνα τη μανούλα του και τη στιγμή που το ξέρναγε το βρόμικο μουνί της στον κόσμο αυτόν. Σύρε το βλέμμα σου δέκα εκατοστά πιο πάνω και κοίτα τον τίτλο. Ναι, αυτός είναι. Αυτός ο πούστης.


Ο δημόμπατσος, λοιπόν, είναι το πιο τελειωμένο πλάσμα σε αυτή τη γη για πολλούς λόγους. Και αξηγιέμαι. Συνήθως όταν είναι μικρό παιδί, ενώ όλα τα άλλα λένε ότι όταν μεγαλώσουνε θα γίνουνε γιατροί, αστροναύτες, πυροσβέστες και όλα τα ωραία επαγγέλματα που μικροί θέλαμε να γίνουμε αλλα τώρα δεν βρίσκουμε ούτε λάντζα σε εστιατόριο για σκατοφάγους, αυτός παίζει με ένα παιχνίδι που είναι η μηχανή του Ζητά με τον Ζητά πάνω. Το οποίο είναι για τον πούτσο καβάλα λέμε και βγαίνουνε 20 τέτοια κάθε χρόνο και όσα καργιόλια το παίρνουνε γίνονται δημόμπατσοι. Σε κάτι φάσεις που τα παιδάκια κοινωνικοποιούνται, όπως π.χ. νηπιαγωγείο και τέτοια, αυτός ο καργιόλης, το παράσιτο της παιδικής κοινωνίας και των παιδικών παρεών, κοιτάει πότε κάνα παιδάκι θα κάνει κάποια αταξία για να τρέξει στη δασκάλα και να το ρουφιανέψει, ώστε να είχει την εύνοιά της και να επιβεβαιωθούν και οι γαμημένοι κανόνες αυτής της ποτάνας της κενωνίας, που τον τρίπουστα τον κάνει πρώτη μούρη, ενώ ο τίμιος τρώει μια ζωή πούτσα με το μέτρο. Η αγαπημένη συμβουλή των γονιών του δημόμπατσου είναι «ΝΑ ΠΑΣ ΝΑ ΤΟ ΠΕΙΣ ΣΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ», κάτι που αν ο ίδιος δεν είχε DNA ρουφιάνου δεν θα το έκανε, αλλά επειδή αγαπημένοι του ηθοποιοί ήταν ο Δήμος Σταρένιος και ο Αρτέμης Μάτσας το κάνει και μετά τραβάει μαλακία πάνω σε φωτογραφίες κουκουλοφόρων από την περίοδο της Κατοχής.

Ο πρώτος στόχος του δημόμπατσου, λοιπόν, είναι να γίνει μπάτσος. Αλλά επειδή ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ γιατί είναι ανίκανος να κάνει οτιδήποτε εκτός από το να δίνει κόσμο και επειδή το μόνο που τον νοιάζει σε αυτή τη ζωή είναι να έχει ένα σταθερό μισθό, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν αυτόν θα τον παίρνει κάνοντας σιχαμένα πράγματα, όπως το να γράφει κλήσεις σε σάπια παπιά κάτι τύπων που έτυχε να περάσουν μία φορά στη ζωή τους από το Κολωνάκι ή να μπαίνει σε συνοικιακά μπαρ για να καταδώσει τους ιδιοκτήτες τους για κάπνισμα ενώ το ταμείο του μαγαζιού έχει 30 ευρώ εδώ και τρεις μέρες, επειδή δεν μπορεί, λοιπόν, συνεχίζω, γίνεται δημόμπατσος. Πουτάνας γιος και ξεκωλιάρας πόρνης θρέμμα. Είναι το ίδιο σαν να γουστάρεις μια μουνάρα, αυτή να μη σου κάθεται και τελικά να καταλήγεις να πηδάς τη σάπια αδερφή της. ΤΟ ΙΔΙΟ ΛΕΜΕ.

Παράλληλα, στη φάση που ζούμε όλοι εδώ και κάποιον καιρό έχουμε καταλάβει πόσο πολύ μας γαμεί το κράτος, δεν τίθεται θέμα επ’ αυτού. Και ο δημόμπατσος το έχει καταλάβει, αλλά προκειμένου να πάρει η γαμημένη κατσαρίδα της κοινωνίας τα 500 ευρώ του μισθού του δεν κωλώνει να επιβαρύνει εσένα, που στην ουσία είσαι στην ίδια μοίρα με αυτόν και παίρνετε τα ίδια φράγκα, και να σε βάλει να πλερώσεις κλήση επειδή πάρκαρες το μηχανάκι σου στη θέση της κυρίας Κοπρολαγνίδου, που εκείνη τη στιγμή κάνει βελουτέ τα σκατά του σκύλου της για να τα φορέσει μάσκα ομορφιάς στην πουτάνα την κόρη της. Αρα μπορούμε να πούμε ότι ο δημόμπατσος είναι ο νταβάς του κράτους κι εμείς οι πουτάνες από τις οποίες παίρνει τα λεφτά για να τα δώσει στο γαμημένο αφεντικό του. Μόνο που στην περίπτωσή του είναι τρεις φορές τριμάλακας, γιατί και αυτός στην τελική είναι πόρνη του κράτους, γιατί δεν θυμάμαι ποτέ να εξαιρέθηκε κανένα δημομπατσάκι από το οικονομικό πέος που τρώμε. Οπότε όλοι μαζί την ίδια πούτσα τρώμε, αλλά καταλήγουμε οι κανονικοί αθρώποι να γουσταριζόμαστε μεταξύ μας και να σιχαινόμαστε... ποιον; Ναι, φίλε, μέσα έπεσες. Τον ρουφιάνο της κενωνίας αυτής. Την πουτάνα του Γιωργάκη, που μαζεύει λεφτά από σεσημασμένους εγκληματίες που καπνίζουνε στα μπαρ ή διεθνείς τρομοκράτες που παρκάρουνε τα παπιά τους παράνομα. Γαμώ ένα φορτηγό αγίους με τον Χριστό του οδηγό λέμε.  

Φάτε κάτι μαλάκες, ρε. Κοιτάχτε ξήγα που κάνουνε στον κόσμο.


Τα έχω πάρει άσχημα να ‘ούμε. Και όσο για τον πούστη που με έγραψε στο Κολωνάκι επειδή πάρκαρα για δέκα λεπτά να πάω να πάρω ένα μεροκάματο που μου χρωστάγανε, ένα έχω να πω: Κωστάκη πουστάρα, που έχεις και το όνομα του δικτάτορα, στους γιατρούς να τα φας τα 80 που μου πήρες. Στους γιατρούς, ρε μουνί, όλα και να τους αφήσεις και μπερμπουάρ.

Το σημερινό κείμενο γράφτηκε εν βρασμώ ψυχής σε 2 λεπτά. Ζητώ συγγνώμη για τυχόν λάθη. Ευχαριστώ. Πάρτε και το τραγουδάκι μας.