Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΨΥΧΩΣΙΚΗ ΜΑΝΑ, ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΜΑΝΑ

Η πρώτη εικόνα της ψυχωσικής μάνας είναι βαθιά πληγή. Εγώ 4 ετών στο Αγρίνιο, να με κρατάει από το χέρι ο πατέρας μου και η μάνα μου να φεύγει με σκυμμένο το κεφάλι και φορώντας μαύρα γυαλιά, μεγάλα. Και όσο απομακρυνόταν, ο πατέρας να φωνάζει «Ελένη, πού πας;», και εγώ στα τέσσερά μου χρόνια να μην καταλαβαίνω τι γίνεται. Ή μάλλον να καταλαβαίνω, αλλά στα τέσσερά μου να μην μπορώ να διαχειριστώ τίποτε από όλα αυτά που έβγαζε αυτή η σκηνή. Εδώ δεν μπορώ ακόμα, στα 39, φαντάσου τότε, στα 4…

Για καιρό μετά, κρυμμένα πράγματα, κρυμμένα συναισθήματα, προσπάθεια από όλους στη μικρή κοινωνία «να μην επηρεαστεί το παιδί», «σσσς, μη μιλάτε γι’ αυτό μπροστά στο παιδί», εκτός από μια κουβέντα με τον παππού και τη γιαγιά, που μου είπαν «γιατί έφυγε η μάνα σου;» και εγώ απάντησα «σκάστε, δεν ξέρετε τίποτα, γιατί είναι άρρωστη». Και σκάσανε. Η σιωπή από όλους συνεχίστηκε, τα βλέμματα, όμως, πάνω μου ήταν πυρρακτωμένα βέλη, σε μια κοινωνία μικρή, σαν του Αγρινίου. «Έφυγε η μάνα του και το φροντίζει ο πατέρας του». Οι λέξεις ακούγονταν, απλώς πάντα όταν ήμουν σε ασφαλή απόσταση για να μην πληγωθώ.

Άρχισαν τα ταξίδια στην Αθήνα, όπου η ψυχωσική μάνα ήταν σε καταστολή και είχε κάνει την εμφάνισή της η κανονική μάνα, αυτή που με λάτρευε πιο πολύ κι απ’ τη ζωή της, αυτή που με αγαπούσε χωρίς όρια. Σαββατοκύριακα, γιορτές, αργίες, Πάσχα, Χριστούγεννα. Και καμιά φορά, να ψάχνω για κάτι στο σπίτι και να βρίσκω τα πειστήρια της ύπαρξης της ψυχωσικής μάνας. Χάπια, συνταγές από τον εκάστοτε ψυχίατρο, καρτέλες από χρησιμοποιημένα Artane, Melleril, Hypnostedon και άλλα διάφορα. Αλλά έβλεπα την κανονική μάνα. Που μου χαμογελούσε, που με αγαπούσε, που, που, που. Σίγουρα δεν ήταν αυτή που κάποιο καιρό πριν με είχε εγκαταλείψει. Αυτή ήταν μια άλλη.

Στα 13 το δήλωσα στον πατέρα. «Θα πάω να ζήσω με τη μάνα στην Αθήνα». Σοκ. Είχε ξαναπαντρευτεί έναν φανταστικό άνθρωπο και είχε γεννηθεί και η μεγάλη αδερφή, η Αθηνά. Την πρώτη μέρα που γνώρισα την Αυγή κάτι ειπώθηκε μέσα σε μια κουβέντα, τύπου «είμαστε τρεις άνθρωποι εδώ». «Δεν είμαστε τρεις», πετάχτηκα, «τέσσερις είμαστε». «Ποιος είναι ο τέταρτος;», λέει ο πατέρας. «Ένας αόρατος…». Σοκ. Ο πατέρας το διαχειρίστηκε καλά, με κουβέντα προσπάθησε να μου πει ότι η γυναίκα δεν ήρθε για να αντικαταστήσει τη μάνα μου. «Ναι», είπα εγώ, «καταλαβαίνω». Δεν καταλάβαινα τίποτα.

Τη μέρα που έφυγα, πολύ κλάμα. Αλλά έφυγα. Ήθελα να γνωρίσω τη μάνα.

Πέντε χρόνια στην Αθήνα, μια χαρά. Άγρια εφηβεία, της άλλαξα τα φώτα της μάνας. Χασίσια, ποτά, στο τσακ τη γλίτωσα και δεν έγινα πρεζάκι. Σχολείο, όμως, καλός μαθητής. Και στο σπίτι, η μάνα έφερνε το χρήμα, ευτυχώς είχε πολύ καλή δουλειά. Και εγώ ήξερα πού τα έκρυβε, βούταγα λεφτά, έπαιρνα τσιγάρα, έβγαινα με τα φιλαράκια, να είναι καλά όλοι τους, και όπως έψαχνα καμιά φορά, εκεί τα χάπιά και πάλι. Και στα τηλέφωνα να κανονίζονται ραντεβού με ψυχιάτρους, τα άκουγα αλλά δεν μίλαγα. Και μια φορά που είχα πάει Αγρίνιο, κάτι έψαχνα και βρήκα ένα γράμμα από τον πατέρα μου προς εμένα για όταν θα πήγαινα 18 ετών. Στο οποίο μου εξηγούσε γιατί αυτοκτόνησε η μάνα μου. Ευτυχώς, δεν το έλαβα ποτέ. Αλλά η ψυχωσική μάνα ήταν μέσα στο ντουλάπι και περίμενε να βγει. Το ένιωθα.

Φαντάρος σε Ναύπλιο, Λουτράκι και Έβρο, μια χαρά. Και μετά σερβιτόρος στη Σάμο, πολλά λεφτά για 19χρονο. Και μετά ο πρώτος σοβαρός έρωτας, η Χριστίνα.

Εκεί η ψυχωσική μάνα έσκασε σαν ηφαίστειο. Όσα κρύβονταν τόσα χρόνια, όσα έκρυβα κι εγώ από εμένα, έγιναν πίδακας φωτιάς, ακούμπησαν τον ουρανό και όταν έσκασαν τη γη τα έκαψαν όλα στο πέρασμά τους.
Σπίτι στην Αληθείας 6 στην Κυψέλη, με τη Χριστίνα ξάπλα, και σκάει ουρλιαχτό τρόμου από το δωμάτιο της μάνας. Πανικός. Όρθιος με τα σώβρακα, «ΤΙ ΕΓΙΝΕ;».
«ΒΛΕΠΩ ΠΑΝΤΟΥ ΣΦΑΓΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ».
Την άλλη μέρα με φωνάζει μέσα. «Κωστή, κάποιος έχει εγκαταστήσει κάμερες στο σπίτι. Μας παρακολουθούν». Θυμάμαι ότι μου κόπηκαν τα γόνατα τόσο πολύ που παραλίγο να σωριαστώ κάτω.

Μέρα με τη μέρα το πράγμα χειροτέρευε. Άρχισε να ζωγραφίζει σύμβολα στους τοίχους, ακατανόητα όλα, σύμβολα παντού. Και συνέχεια συζήτηση με μια παρέα που δεν υπήρχε. «Με ποιον μιλάς;». «Μα με την παρέα μου».
Η Χριστίνα λάκισε, προφανώς δεν μπορούσε να το αντέξει. Άλλο σοκ εκεί.

Μια μέρα τη βρήκα γυμνή στο μπαλκόνι να ψέλνει εδάφια από το Ευαγγέλιο. Οι γείτονες μάζευαν τα παιδιά τους μέσα. Δεν πήγαινε άλλο. Η λύση έπρεπε να είναι δραστική. Εισαγγελική εντολή και κλείσιμο σε ψυχιατρείο με την Αστυνομία. Τη μέρα που ήρθαν οι μπάτσοι δεν ήταν σπίτι. Την περιμέναμε.

Τους είχα πει ότι αν κοροϊδέψουν ή χλευάσουν, θα τους πάρω τα όπλα και θα τους πυροβολήσω στο κεφάλι. Δεν απάντησαν καν, φοβισμένοι. Όταν ήρθε είχε ψωνίσει σταφύλια και, αν και το μάτι της είχε ξεφύγει εντελώς, κατάλαβε τι θα γινόταν. «Με κλείνεις μέσα;». «Ναι, και θα έρθεις είτε σηκωτή είτε κυρία. Διάλεξε». Κυρία. Αν και τρελή, κυρία.

Κλινική Λυράκου, ερωτήσεις, τι έχει, πόσο θα κάτσει μέσα, τι θα γίνει. «Η μητέρα σας έχει διπολική διαταραχή με ψυχωσικό σύνδρομο. Θα σας απαρνηθεί για κάποιες μέρες, θα σας θυμώσει, αλλά αφού της χορηγήσουμε αγωγή, θα έρθει η κατάθλιψη για κάποιο καιρό και θα σας ζητήσει μετά». «Θα γίνει καλά;». «Ναι, αλλά θα πρέπει να λαμβάνει αγωγή». Πάλι καλά…

Μετά από τρεις μήνες, η κανονική μάνα ξεπρόβαλε στην πόρτα του ψυχιατρείου. Το βλέμμα καθαρό, αγκαλιές, φιλιά, «πάμε σπίτι». Όλα καλά. Δυο μήνες καλά, μετά άρχισε να ρετάρει. «Βάλε με μέσα», μου λέει ένα πρωί, «δεν είμαι καλά». Πάλι καλά που το ζήτησε μόνη της. Ρεπετισιόν όλη η φάση με το ψυχιατρείο. Σε δυο μήνες, ξανά έξω, εντελώς καλά. Με φάρμακα βέβαια, αυτό δεν παίζει αλλιώς.
Για πολλά χρόνια καλά. Με μικρές εξάρσεις, αλλά καλά.

Άλλη μια σχέση χάθηκε, η Δήμητρα, λάκισε κι αυτή. Δουλειά στον Τύπο, ντράμερ σε μουσικές σκηνές, προπονήσεις σε πολεμικές τέχνες, φίλοι, γκόμενες, μπάφοι, ποτά, αλλά με μέτρο.

Και μετά έρχεται η Αρετή. Το πιο γλυκό πλάσμα του κόσμου.
Σχέση, ομορφιά, αγάπη, συμβίωση. Αλλά δεν της είχα πει τίποτα για τη μάνα, μόνο ότι έχει κάποια μικρά ψυχολογικά προβλήματα, μη λακίσει κι αυτή φοβόμουνα. Στη συμβίωση, μέναμε σε διπλανά σπίτια. Και λες και το ήθελε η μοίρα να πάει στραβά, υποτροπή με το που έρχεται η Αρετή στο σπίτι. Πάλι τα ίδια, αλλά πιο δύσκολα, γιατί έπρεπε να εξηγώ παράλληλα.

«Τι έχει, γιατί κάνει έτσι, γιατί δεν μου είχες πει τίποτα, τι θα κάνουμε». Της εξήγησα ότι πρέπει να μπει ψυχιατρείο. Ξανά.
Την πήγαμε παρέα. Και στην πόρτα γυρίζει και μας λέει «μη με αφήνετε». Η Αρετή έσπασε. Εγώ ράγισα λίγο ακόμα. Είχα σπάσει καιρό πριν.

Δυο μήνες ξανά. Στην πόρτα πάλι η κανονική μάνα. Είχαμε αφήσει πάλι την ψυχωσική στο ψυχιατρείο…
Η Αρετή δεν λάκισε και είναι ακόμα εδώ. Κι εγώ. 

Προσπαθώντας να κολλήσω τα κομμάτια με ψυχανάλυση, είμαι ακόμα όρθιος στα πόδια μου και περήφανος που τα έχω καταφέρει, παρά το γεγονός ότι οι καταιγίδες ήταν πολύ δυνατές. Ευτυχώς, έχω καταφέρει να ανασυγκροτηθώ σε πολύ μεγάλο βαθμό, αν και είναι δύσκολο.

Η ψυχωσική μάνα κοιμάται βαθιά και ελπίζω να μην ξυπνήσει ξανά. Μιλάμε σχεδόν κάθε μέρα με την κανονική και όλα πάνε καλά. Θα πάνε…



Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλους όσοι έχουν συγγενή με ψυχολογικά θέματα. Δύναμη, παιδιά.

Don’t worry
About a thing
And everything
Is gonna be alright…